Παραγνωρισμένο το σημαντικότερο πεζογράφημά του  "Ο Αρχαιολόγος"

  ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΟΓΟΝΟΛΑΤΡΙΑΣ

Andreas Karkavitsas: Opposed to worship the ancient Greek civilization

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865-1922) γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλίας και πέθανε στην Αθήνα δύο μήνες μετά την Μικρασιατική καταστροφή σε ηλικία 57 ετών. Σπούδασε Ιατρική και υπηρέτησε στο πολεμικό ναυτικό ως στρατιωτικός γιατρός.  "Ο Αρχαιολόγος" το σημαντικότερο  πεζογράφημά του    που γράφηκε το 1904,  κατηγορήθηκε ως ανθελληνικό και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία. Πρόκειται γιά το τελευταίο του μυθιστόρημα μετά τον "Ζητιάνο" και "Τα λόγια της πλώρης".

   Το έργο αυτό που έχει αλληγορικό χαρακτήρα, περιγράφει τον παράλληλο βίο δύο νεοελλήνων από τους οποίους ο πρώτος είναι  ελληνομανής και προγονολάτρης ενώ ο δεύτερος κατανοεί την πραγματικότητα και βασίζει την ζωή του στις σύχρονες συνθήκες και όχι στην ομΙχλώδη αίγλη των προγόνων. Στο τραγικό τέλος του έργου ο παθιασμένος με την ελληνολατρεία πρωταγωνιστής σκοτώνεται καταπλακωμένος από ένα  αρχαίο  άγαλμα της θεάς Δόξας που προσκηνούσε καθημερινά. Ο Καρκαβίτσας είχε πει:

«Όσο ζούμε θαμπωμένοι και άπραγοι κάτω από το βάρος της παλιάς μας δόξας και δεν ζητάμε να ζήσουμε υπεύθυνα και δημιουργικά τη δική μας ζωή, προκοπή ας μην περιμένουμε»

 

ΒιογραφικΟ

   Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας το 1865. Ηταν πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Καρκαβίτσα και της Αννας το γένος Σκαλτσά. Είχε τέσσερις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στη γενέτειρά του. Σε ηλικία  δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές. Εκεί  μελέτησε ελληνική μυθολογία και λογοτεχνία, κυρίως τους Επτανήσιους και τους πεζογράφους της  Αθηναϊκής Σχολής. Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, από τη μορφή της οποίας θεωρείται πως εμπνεύστηκε  την ηρωίδα της "Λυγερής" (1896). Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από οπού αποφοίτησε πέντε χρόνια αργότερα.

    Στην Αθήνα σχετίστηκε με τον Κωστή Παλαμά, τον Κων/νο Χατζόπουλο και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της Εστίας τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας καθώς ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε. ΣτηΝ διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων που αξιοποίησε στη νουβέλα του "Ο Ζητιάνος" το 1897. Υπηρέτησε  ως έφεδρος δόκιμος γιατρός και το 1891 μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας διορίστηκε υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο Αθήναι, με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο.

     Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο "Σ' Ανατολή και Δύση" και αξιοποιήθηκαν στη συλλογή διηγημάτων "Λόγια της Πλώρης" (1899). Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του Υγειονομικού φθάνοντας μέχρι τον βαθμό του γενικού αρχίατρου. Από τη θέση αυτή συνέχισε να ταξιδεύει με συνεχείς μεταθέσεις που επιδίωξε ο ίδιος (την έντονη αυτή επιθυμία του για τα ταξίδια ονόμαζε ο ίδιος αειφυγία).

  Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρίας που προωθούσε τη Μεγάλη Ιδέα, η ήττα όμως του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα μια μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στράφηκε όμως στη συνέχεια κατά του Βενιζέλου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο κίνημα Εθνικής Αμύνης με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί  στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δυο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση.

    Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του και το 1922 πέθανε από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός  στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου. Η πορεία του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα γράμματα ξεκίνησε στα πλαίσια της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα όμως στράφηκε στη δημοτική και έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύοντας από το 1885 άρθρα ποικίλου περιεχομένου, διηγήματα και νουβέλες σε πολλά αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τις εκδόσεις των έργων του φρόντιζε ο ίδιος διορθώνοντας και συμπληρώνοντας τις αρχικές μορφές των κειμένων του. Το 1898 βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Εστίας για το διήγημα Πάσχα στα Πέλαγα και το 1911 τιμήθηκε με το αργυρό Σταυρό.

   Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ. Πριν το θάνατό του εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές παλιότερων διηγημάτων του με στρατιωτική θεματογραφία (Διηγήματα για τα παλικάρια μας και Διηγήματα του γυλιού), ενώ δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον "Αρματωλό", μυθιστόρημα που είχε ξεκινήσει  το 1894.

    Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η συμβολή του συγγραφέα στο δημοτικιστικό αγώνα χρονολογείται ήδη από το 1892 (τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του έργου του Ψυχάρη "Το ταξίδι μου"), όταν στον πρόλογο της έκδοσης της πρώτης συλλογής διηγημάτων τοποθετήθηκε υπέρ της δημοτικής. Στη συνέχεια πήρε μέρος στην ίδρυση της εταιρίας "Η Εθνική Γλώσσα" (1905) ενώ διετέλεσε μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και της Λαογραφικής Εταιρίας του Νικόλαου Πολίτη. Ωστόσο ποτέ δεν ασπάστηκε τις ακρότητες του Ψυχάρη και προσπάθησε να σταθεί ανάμεσα στις ακραίες θέσεις του γλωσσικού ζητήματος.

    Η πεζογραφία του κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια της ειδυλλιακής ηθογραφίας με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε σταδιακά προς τον ρεαλισμό με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με σχηματικό ορόσημο τη Λυγερή (1890) και κορυφαία έκφραση τον "Ζητιάνο" (1897). Από τα ογδόντα συνολικά διηγήματά σταθμός στάθηκε η συλλογή "Τα Λόγια της Πλώρης" του 1899, ενώ στο τελευταίο έργο του "ο Αρχαιολόγος" (1904) προσπάθησε να λειτουργήσει διδακτικά, προβάλλοντας τις ιδέες του κατά της προγονολατρείας για μια ρεαλιστική  σχέση των νεοελλήνων με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

Copyright © 2003-2008    www.bulgarmak.org