Ινστιτούτο Μελετών Χερσονήσου του Αίμου -  Εταιρία Μακεδονικών σκουδών

 ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΗ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ" ΑΓΩΝΑ

      

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΒΟΥΡΚΟΥ

Η καταγγελία της δήθεν πλαστογράφησης της ιστορίας της Μακεδονίας από τα Σκόπια   αποτέλεσε την βασική ιαχή των εθνικιστικών συλλαλητηρίων της περασμένης δεκαετίας. Ελάχιστο ενδιαφέρον έχει ωστόσο επιδειχθεί  για τον εντοπισμό  των ανάλογων ατασθαλιών της Ελληνικής ιστοριογραφίας στο συγκεκριμένο ζήτημα 


     Οι ατασθαλίες αυτές μόνο αμελητέες δεν μπορούν να θεωρηθούν. Πρόκειται για τη συστηματική παραχάραξη των πηγών της ιστορίας του "Μακεδονικού Αγώνα" τα οποία έχουν εκδοθεί από τα  δύο επίσημα ιστορικά ιδρύματα της χώρας που είναι η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ) και το Ιδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Και τα δύο αυτά ιδρύματα  είχαν ένα και μοναδικό στόχο: Την προπαγανδιστική προώθηση των ελληνικών θέσεων για το Μακεδονικό ζήτημα.

  Tο Ιδρυμα Mελετών Xερσονήσου του Aίμου (IMXA) ιδρύθηκε το Mάρτιο του 1953. Λειτούργησε για είκοσι χρόνια ως παράρτημα της Eταιρείας Mακεδονικών Σπουδών. Aπό το 1974 αποτελεί ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου  υπό την εποπτεία του Yπουργείου Πολιτισμού.  Η Εταιρεία Μακεδονικών σπουδών ιδρύθηκε την άνοιξη του 1939 στην Θεσσαλονίκη. Διαθέτει ιδιόκτητο κινηματοθέατρο στην παραλία καθώς και πλούσια βιβλιοθήκη με ιστορικό κυρίως περιεχόμενο. Κύριος σκοπός των δύο ιδρυμάτων είναι η ιστορική τεκμηρίωση της δήθεν "Ελληνικότητας" της Μακεδονίας

   Η παραχάραξη αφορά κυρίως τα κείμενα που έχουν καταγραφεί ως η πεμπτουσία της ελληνομακεδονικής εθνικοφροσύνης, τα απομνημονεύματα δηλαδή των "Μακεδονομάχων" τα οποία  η Πηνελόπη Δέλτα συγκέντρωσε ως πρώτη ύλη για τη συγγραφή των μυθιστορημάτων της.

   
Η παραχάραξη ωστόσο δεν περιορίστηκε εκεί. Συλλογές διπλωματικών εγγράφων και αναμνήσεις άλλων παραγόντων του "Αγώνα" δέχθηκαν  τις λογοκριτικές παρεμβάσεις των δύο ιδρυμάτων. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΕΜΠΡΟΣ" 1906: ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ

 

Το "Μακεδονικό Κομιτάτο" ήταν μία παρακρατική οργάνωση που  ιδρύθηκε στην Αθήνα  από τον 'Μακεδονομάχο"  δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη ο οποίος εξέδιδε την εθνικιστική εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ".

Στο δημοσίευμα του 1906 τα Βουλγαρικά ένοπλα τμήματα στην Μακεδονία χαρακτηρίζονται "συμμορίες" ενώ οι εισαγόμενες από την Ελλάδα  ένοπλες ομάδες μισθοφόρων βαφτίζονται κατ' ευφημισμό "Σώματα". Ο αναφερόμενος οπλαρχηγός της ελληνικής συμμορίας Ευθύμιος Κακούδης ήταν Κρητικός.

Το δημοσίευμα αναφέρεται σε συμπλοκή στο Βουλγαρικό χωριό Ζέλοβο περιοχής Πρασπών-Καστοριάς που μετονομάσθηκε το 1926 σε Ανταρτικό.



   
Μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο λεγόμενος Μακεδονικός Αγώνας ελάχιστα είχε απασχολήσει την ελληνική ιστοριογραφία. «Οι Βούλγαροι έχουν γράψει ολάκερες βιβλιοθήκες, εμείς σχεδόν τίποτα» θρηνεί χαρακτηριστικά το 1950 ο Γεώργιος Μόδης. Μιά ολόκληρη γενιά Ελλήνων έμαθε για κάποια από τα γεγονότα μέσα από τη λογοτεχνική πένα της Πηνελόπης Δέλτα και το μυθιστόρημά της «Τα Μυστικά του Βάλτου», που κυκλοφόρησε το 1937. Η αποφασιστική τομή ωστόσο σημειώθηκε αμέσως μετά τον εμφύλιο. Εκτιμώντας ότι το θέμα προσφερόταν για προπαγανδιστική αξιοποίηση, στρατιωτική και πολιτική εξουσία αποφάσισαν να εντάξουν την «αντιβουλγαρική» εξόρμηση του 1904-08 στην επίσημη εθνική Ιστορία. Η ΕΜΣ άρχισε να συγκεντρώνει υλικό το 1951 κι ακολούθησε το 1954 η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. 
 
 
   Το καθοριστικό  βήμα σημειώθηκε το 1957-58, όταν πήρε τη σκυτάλη το ΙΜΧΑ. Σύμφωνα με έναν πρώιμο απολογισμό του εγχειρήματος από το νεαρό τότε Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, αυτό «περιλαμβάνει τη συλλογή όλου του δημοσιευμένου ή αδημοσίευτου υλικού και την επεξεργασία του από ειδικό προσωπικό. Η πρόθεση είναι να δημοσιευθεί οτιδήποτε έχει ενδιαφέρον, προς διευκόλυνση των επιστημόνων στη μελέτη αυτού του μέρους των υποθέσεων της Ν.Α. Ευρώπης. Μέχρι τώρα, έχουν βγει από το τυπογραφείο 14 βιβλία» (Balkan Studies, 1960, σ. 129). 

    Ο εκδοτικός αυτός οργασμός δεν ήταν μια αυθόρμητη διαδικασία, καθοδηγούμενη από επιστημονικό ενδιαφέρον και μόνο. Οπως διαπιστώνουμε από μια σειρά άκρως απόρρητων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή μας, στο συντονισμό του έργου του ΙΜΧΑ ήταν αναμειγμένες υπηρεσίες όπως το ΥΠΕΞ και το ΓΕΕΘΑ, οι οποίες δεν διακρίνονται συνήθως για την προσήλωσή τους στην ιστοριογραφική δεοντολογία. 

   Ευθύς εξαρχής, άλλωστε, οι ιθύνοντες δεν παρέλειψαν να εντάξουν το όλο πρόγραμμα στη γενικότερη αντισλαβική ψυχροπολεμική υστερία της εποχής. Χαρακτηριστικό δείγμα, η εναρκτήρια ομιλία του διευθυντή του ΙΜΧΑ: 


«Ο κίνδυνος των εκατομμυρίων Σλάβων που βρίσκονται πάνω από το κεφάλι μας έχει πολλές φορές αποκρουσθή ώς τώρα, με τελικό όμως αποτέλεσμα να μένουμε κρεμασμένοι από τα νύχια μας στην άκρη τούτη της χερσονήσου του Αίμου. Αν θα έλθη και άλλη φορά ο κίνδυνος και αν θα κρατηθούμε και πάλι, αυτό κανείς δεν το γνωρίζη. Ο καθένας μας όμως γνωρίζει από τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα πώς θα αντιμετωπισθή» (Βασ. Λαούρδας «Η Πηνελόπη Δέλτα και η Μακεδονία», ΙΜΧΑ 1958, σ. 30) 

 

Ο Βούλγαρος Εξαρχος Ιωσήφ

Βούλγαρος Μακεδονομάχος

Ντάμιε Γκρούεφ, εκ των ιδρυτών του VMRO

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ  ΑΦΗΓΗΣΗΣ


  
Δεσπόζουσα θέση στην εκδοτική προσπάθεια της ΕΜΣ και του ΙΜΧΑ κατείχαν τα απομνημονεύματα Μακεδονομάχων που συγκέντρωσε στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 η Πηνελόπη Δέλτα. Πρόκειται για έξι συνολικά αφηγήσεις που κατέγραψε η γραμματέας της Αντιγόνη Μπέλλου, ενώ η συγγραφέας υπέβαλλε ερωτήσεις. Τρία από αυτά εκδόθηκαν μέσα στην τριετία 1958-60:


  
Οι ύμνοι για τη σημασία αυτών των ντοκουμέντων («το πρώτον αξιόλογον αρχείον του Μακεδονικού Αγώνος» κατά τον καθηγητή Κυριακίδη) δεν έλειψαν. Από μίαν άποψη, καθόλου άδικα. Παρά την επιμελημένη λογοκρισία τους, τα εν λόγω κείμενα παραμένουν εξαιρετικά εύγλωττα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το 1904-08 η ελληνική ένοπλη επέμβαση στη Μακεδονία: Την ουσιαστική απομόνωση των Μακεδονομάχων από μεγάλο μέρος του ντόπιου πληθυσμού, την συνεργασία τους με τον τουρκικό στρατό και τους οθωμανούς γαιοκτήμονες, τον τυφλό χαρακτήρα πολλών από τις βιαιοπραγίες που διέπραξαν  κ.α. 

 

ΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΧΩΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΛΗΘΗΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


   Το σοκ που  προκάλεσε η δημοσίευσή τους είναι  ορατό στις εισαγωγές των δυο τελευταίων βιβλίων, οι οποίες προσπαθούν να δικαιολογήσουν τόσο τις περιγραφόμενες ωμότητες όσο και το χαρακτηρισμό ολόκληρων χωριών, τα οποία εξακολουθούν μέχρι τις μέρες μας να κατοικούνται από το γηγενή πληθυσμό τους, ως Βουλγαρικών. 


  
Αυτός είναι πιθανότατα και ο λόγος που, παρά την ρητή εξαγγελία περί «βαθμιαίας εκτύπωσης» όλου του υλικού, τρία από τα έξι απομνημονεύματα της συλλογής (του Ι. Δεμέστιχα, του Γ. Κακουλίδη και του Παπα-Δράκου) παραμένουν μέχρι σήμερα αδημοσίευτα


  
Απαρατήρητες πέρασαν πάντως κάποιες νύξεις των επιμελητών, που κανονικά θα έπρεπε να μας προϊδεάζουν για το τι είχε συμβεί με τα πρωτότυπα κείμενα. «Μερικαί φράσεις αφηρέθησαν ως άσχετοι προς το θέμα των απομνημονευμάτων», διαβάζουμε π.χ. στον πρόλογο των απομνημονευμάτων του Καραβαγγέλη, ενώ σε αυτόν του Δικώνυμου ο Β. Λαούρδας ευχαριστεί «τους κ. Κ. Βαβούσκο, Γ. Μόδη και Κ. Μπόνη με τους οποίους εξετάσαμε μαζί κάποια προβλήματα της αφηγήσεως». 

   Αλλά και η Λουίζα Συνδίκα-Λαούρδα μας διαβεβαιώνει, κάπως περίεργα, ότι «εκτός από μερικές δευτερεύουσας σημασίας αλλαγές ή παραλείψεις, το κείμενο δημοσιεύεται αυτούσιο».

    Θα χρειαστούν τα συλλαλητήρια του 1992-94, που ανανέωσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών γι' αυτή την μακρινή ιστορία, για να γίνει αντιληπτή η έκταση της παραχάραξης. Η πρώτη επισήμανση έγινε το 1998 από τον Αλ. Π. Ζάννα, στο περιοδικό «Αρχειακά Νέα». Ακολούθησε το 1999 ο Σπύρος Καράβας, αναλύοντας λεπτομερειακά τις λογοκριτικές επεμβάσεις του ΙΜΧΑ πάνω στ' απομνημονεύματα ενός άλλου Μακεδονομάχου, του Κων/νου Μαζαράκη τα οποία είχαν πρωτοεκδοθεί από τον ίδιο το 1937 και ξανακυκλοφόρησαν «ανανεωμένα» το 1963.

    Τι είδους πλαστογράφηση έγινε όμως στα απομνημονεύματα του Αρχείου Δέλτα; 


    Καταφύγαμε στα πρωτότυπα που φυλάγονται στο Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη (Αρχείο Π. Σ. Δέλτα, φ. 561) κι εντοπίσαμε τουλάχιστον 25 περικοπές ή αλλοιώσεις στα απομνημονεύματα του Καραβαγγέλη, 20 στου Παπατζανετέα και 39 στου Δικώνυμου-Μακρή. Ο χώρος δεν επαρκεί, βέβαια, για μια πλήρη παράθεση. Περιοριζόμαστε, λοιπόν, σε μια γενική περιγραφή τους

 

Η "ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ" ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΟΦΑΓΩΝ

Γερμανός Καραβαγγέλης

Παύλος Μελάς

Ιων Δραγούμης



ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ: ΤΣΙΜΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΧΩΡΙΑ

   Η πιο απλή επέμβαση αφορά την απάλειψη κάποιων προβληματικών χαρακτηρισμών, στους οποίους προέβαιναν οι Μακεδονομάχοι κατά την αφήγηση των κατορθωμάτων τους. Ο Παπατζανετέας π.χ. αναφέρει σαν Βουλγάρικα τα χωριά της Ημαθίας Ζερβοχώρι, Λικοβίστα (σημερ. Λυκόγιαννη), Γιάντσιστα (Αγ. Γεώργιος) και Αγ. Μαρίνα, κάτι που το ΙΜΧΑ προτίμησε να αφαιρέσει. 


  
  Ανάλογες περικοπές υπέστησαν και τα απομνημονεύματα του Μακρή: Τα χωριά της Πρέσπας Οστιμα (Τρίγωνο) και Τίρνοβο (Πράσινο) έπαψαν να είναι Βουλγαρικά και απλώς «είχαν πολλούς Βουλγάρους». Εξαφανίστηκαν επίσης οι χαρακτηρισμοί «σχισματικό» για τα χωριά Τίρσια (Τρίβουνο) και Βάμπελ (Μοσχοχώρι) και «φανατικά Βουλγαροχώρια» για τη Στάτιστα (Μελάς), το Κονομπλάτι (Μακροχώρι), το Μπαπτσόρ (Ποιμενικό) και το Νέρετ (Πολυπόταμος). Το Βουλγαρικό χωριό Λέσκοβετς (Λεπτοκαρυές) έγινε ένα ανώνυμο «χωριό με πολλούς σχισματικούς». Ανάλογο μετασχηματισμό υπέστησαν και οι Ρουμάνοι της περιοχής που στο βιβλίο κατονομάζονται απλά «Ρουμανίζοντες»

 
   Κάποιες σοβαρότερες διορθώσεις, αλλάζουν εντελώς την εικόνα που οι Μακεδονομάχοι είχαν για το χώρο της δράσης τους. Ο Καραβαγγέλης εξηγεί ότι «η Καστοριά ήταν πόλις εντελώς ελληνική» και «μόνο στα περίχωρα ήταν οι Βούλγαροι», οι επιμελητές όμως έσπευσαν να αφαιρέσουν αυτή τη διευκρίνιση. Ανάλογα σφαγιάστηκε η περιγραφή του Βάλτου των Γιαννιτσών από τον Παπατζανετέα. 


  
«Από το Τσέκρι ώς το Ζερβοχώρι και πέρα ήταν όλο Βουλγάρικα χωριά» γράφει, το ΙΜΧΑ όμως το έκανε «όλο Βούλγαροι» εννοώντας προφανώς ξενόφερτοι τρομοκράτες και όχι γηγενείς χωρικοίΤην ίδια ακριβώς αλλοίωση υφίσταται και η διήγηση του Μακρή: «Απ' όπου περνούσαμε, οι χωριάτες μας προδίνανε» γράφει για την απεγνωσμένη διάβασή του απ' τα Κορέστια το 1908, στην έκδοση όμως οι καταδότες είναι Βούλγαροι και οπωσδήποτε όχι «χωριάτες»).


  
Αμεση συνέπεια των παραπάνω είναι η διαστροφή της στρατηγικής των Μακεδονομάχων. Το «Κέντρο» ζητάει λ.χ. από τον Παπατζανετέα «να σφάξουμε πάνω στο μεγάλο δρόμο μερικούς Βουλγάρους χωρικούς, για να φοβηθούν τα βουλγαρικά χωριά». Στο δημοσιευμένο κείμενο, στόχος είναι να φοβηθούν οι Βούλγαροι  γενικώς. Και, φυσικά, δεν θα μπορούσε να τη γλιτώσει η θριαμβολογία του Μανιάτη οπλαρχηγού, ότι κάποια επιτυχία του «εκλόνισε όλα τα Βουλγαρικά χωριά εκείνης της περιφερείας, ακόμη και τα Γιαννιτσά, που ήταν σχεδόν κι αυτά βουλγαρικά». 


«Ακόμα είναι Βούλγαροι και ας τάχωμεν πάρει εμείς αυτά τα μέρη»,
λέει κάποια στιγμή ο Μακρής για τους χωρικούς της βορειοδυτικής Μακεδονίας. «Ξέρεις τι σκυλιά είναι;». Εννοείται πως το ξέσπασμα του καπετάνιου δεν υπάρχει στο δημοσιευμένο κείμενο


   
Οπως δεν υπάρχει και η παρεξηγήσιμη διευκρίνισή του ότι από 13 χωρικούς που έσφαξε στο Λισολάι, «ο ένας παπάς και ο ένας δάσκαλος ήταν Σέρβοι». Παρεμφερείς περιπλοκές συναντάμε στα σημεία που αφορούν γηγενείς φυσιογνωμίες του Αγώνα. Σύμφωνα με τον Καραβαγγέλη, ο γνωστός καπετάν Κώττας «ήταν Βούλγαρος οπλαρχηγός», το ΙΜΧΑ όμως τον προτιμά «οπλαρχηγό στους Βουλγάρους». 

   Πλήρως έχει λογοκριθεί ο επίλογος της στρατολόγησης απ' το μητροπολίτη ενός άλλου κομιτατζή, του Γκέλε: «Και τώρα, του είπα φεύγοντας, πρέπει να μου το αποδείξεις ότι είσαι Ελληνας. Σήμερα σε βάφτισα. Θα πας λοιπόν να σκοτώσεις τους δυο φονιάδες του Παπα-Ηλία από το Γκαμπρέσι». 


ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ


 
Συστηματικά συσκοτίζεται επίσης η στάση των αντιπάλων απέναντι στο Οθωμανικό καθεστώς. Οι επιμελητές των απομνημονευμάτων του Καραβαγγέλη θεώρησαν σκόπιμο να αφαιρέσουν ακόμη και τη διευκρίνισή του πως «οι Βούλγαροι σκότωναν και Ελληνες και Τούρκους», ενώ λογοκρίθηκαν διατυπώσεις του Μακρή, όπως η παρακάτω: «Είναι αλήθεια πως οι Τούρκοι ποτέ δε μας κτυπούσαν με όρεξι. Γιατί ακόμα δεν είχαμε να μοιράσουμε τίποτα μαζί». Την ίδια τύχη είχε η στιχομυθία του Καραβαγγέλη με τη Δέλτα, όσον αφορά την πηγή εξοπλισμού των πρώτων Μακεδονομάχων: 


"Είπατε πως τους δώσατε όπλα και πολεμοφόδια. Πού τα βρήκατε εσείς; Μου τα πουλούσαν οι ίδιοι οι Τούρκοι. Εστελνα κάποιον και τους ζητούσε όπλα. Τι τα θέλετε; ρωτούσαν. Για τους Βουλγάρους απαντούσε. Και του έδιναν"    

  Αγρίως σφαγιάστηκε και πλήθος ισχυρισμών, που έθιγαν παλιούς συμπολεμιστές ή αμφισβητούσαν δεδομένους μύθους για πρόσωπα και πράγματα. Μεταξύ άλλων, κόπηκε ολόκληρη η παρένθεση της Πηνελόπης  Δέλτα, η οποία αμφισβητούσε τον εθνικό χαρακτήρα της δολοφονίας του μητροπολίτη Κορυτσάς Φωτίου (1906), υποστηρίζοντας πως ο φόνος έγινε για «προσωπικούς λόγους, από μια οικογένεια στην οποία ο Μητροπολίτης αυτός είχε αρνηθεί επίμονα να δώσει άδεια για γάμο δυο εξαδέλφων». 

    Απαλείφθηκαν επίσης η παραδοχή της ανάμειξης του Καραβαγγέλη στην «εις θάνατον καταδίκην του ελεεινού Μακεδόνα αντάρτη Μαργαρίτη», η μαρτυρία του Μακρή για την υπονόμευση του Κώττα από το συναγωνιστή και μετέπεια καταδότη του Παύλο Κύρου, καθώς και τέσσερις αναφορές του Μακρή στις «βρωμοδουλειές» του καπετάν Δημητρακάκη, ο οποίος «επείραζε τις γυναίκες του χωριού, και μάλιστα στα σπίτια όπου έμενε».

  Θα πρέπει να παραδεχτούμε, ωστόσο, ότι και η ίδια η Δέλτα είχε με τη σειρά της έχει προβεί σε ανάλογες λογοκριτικές επεμβάσεις, ιδίως σε όσα ο αφελής Παπατζανετέας καταλόγιζε στους συναδέλφους του. Η τελική μορφή του δακτυλόγραφου κειμένου μας πληροφορεί  πως έχουν διαγραφεί μισή σελίδα για την επιλήψιμη διαγωγή του Μακεδονομάχου Γαρέφη που αντί να στείλει στην Αθήνα ένα παιδί 10-12 χρόνων, "το κράτησε κοντά του» με απροσδιόριστες προθέσεις", καθώς και τρία μεγάλα αποσπάσματα για τον οπλαρχηγό Κλάπα. Από επιστολή του που έχει διασωθεί στο Αρχείο Δαγκλή γνωρίζουμε, πάντως, ότι ο Παπατζανετέας κατηγορούσε τον τελευταίο και τους άντρες του πως «διέπραξαν όργια, ήτοι χρήματα κατεχράσθησαν και παίδας ατίμασαν». 


Κυνηγός Βουλγαρικών κεφαλών με Θεία εντολή

ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗΣ

Ο ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  

 

Το κομμένο κεφάλι του βοεβόδα Λάζαρ Ποπτράϊκωφ φιγουράρει πάνω στο γραφείο του Μητροπολίτη Καραβαγγέλη στην Καστοριά. Το 1904 o γνωστος ελληνοκομιτατζής καπετάν Κώτας έσφαξε τον τραυματισμένο Ποπτράϊκωφ και δώρισε το κεφάλι  ως τρόπαιο στην Μητρόπολη Καστοριάς με αμοιβή 50 λίρες. Το μακάβριο δώρο στάλθηκε μέσα σε σακκί με φασόλια

   Αγριότερα είναι τα πράγματα με επιμέρους λεπτομέρειες του έργου των Μακεδονομάχων. Ψιλοπράγματα ίσως η παράλειψη της περιγραφής του «βούρδουλα» με τον οποίο ο Παπατζανετέας ανέκρινε τα θύματά του, η αντικατάσταση του «αποκεφαλισμού» των αιχμαλώτων του Μακρή από τη λιγότερο γραφική «εκτέλεσή» τους, ή η εξαφάνιση του χαρακτηρισμού «αλύπητα» από το χαστούκισμα ενός άλλου. 

   Διαφορετικής τάξης είναι η λογοκρισία του βασανισμού, από τον καπετάν Παναγιώτη, ενός ντόπιου που πήγε να τον καλοπιάσει κάνοντάς του δώρο ένα αρνί. 'Η των γέλιων που συνοδεύουν την αφήγηση του Μακρή, όταν περιγράφει την αηδία του συναγωνιστή του καπετάν Φιλώτα κατά τις σφαγές αιχμαλώτων («όπως θα γελούσε κανείς αν έβλεπε ένα μάγειρα να λυπάται να σφάξη μια όρνιθα», σημειώνει η Δέλτα). Και κάπως πιο εύλογη η εξαφάνιση της εισήγησης του ίδιου για «σφαγάς και εμπρησμούς χωρίων», ως το «μόνον ημών μέσον, όπερ θα επέφερεν το ποθούμενον αποτέλεσμα».

  Τι να πει όμως κανείς για την αποσιώπηση της σκηνής, όπου ο μητροπολίτης Καστοριάς βασανίζει αυτοπροσώπως τους συλληφθέντες από μεικτό ελληνοτουρκικό απόσπασμα και δεμένους σ' ένα δέντρο κομιτατζήδες; «Τους πλησίασα», αφηγείται ο Καραβαγγέλης, «και τους χτύπησα. Αυτοί κλαίγαν. "Αμάν Δεσπότη". Η ίδια η Δέλτα, πάντως, φρόντισε να σημειώσει: «Αυτό δεν είναι ωραίο να λέγεται, μα ο σεβασμιώτατος το διηγείται με μια ομηρική αφέλεια και ειλικρίνεια». 

  
Αίτημα του ίδιου του Καραβαγγέλη ήταν, αντίθετα, ν' αποσιωπηθεί ένα άλλο σημείο της αφήγησής του: η τύχη του κεφαλιού του ντόπιου βοεβόδα Λάζο Ποπτράικοφ, τον οποίο, τραυματισμένο από τους Τούρκους κατά την επανάσταση του 1903, βρήκαν κι αποκεφάλισαν οι άνθρωποι του δεσπότη. «Ισως μια μέρα», αναλογίζεται, «σκάβοντας κανείς στον κήπο της Μητροπόλεως της Καστοριάς, βρει ένα κεφάλι, μα δεν θα ξέρει τίνος είναι». 

   Η δημοσίευση αυτής της λεπτομέρειας τον ανησυχεί, «γιατί αν το μάθουν, οι Βούλγαροι θα χαλάσουν τον κόσμο να το βρουν και να το κηδεύσουν με μεγάλες τιμές». Προς το παρόν, υπάρχει η φωτογραφία του κομμένου κεφαλιού, που ο μητροπολίτης είχε αναρτήσει στο γραφείο του. 



ΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ

   Τελευταία και ίσως πιο αποκαλυπτική κατηγορία περικοπών, είναι αυτές που αφορούν αποσπάσματα τα οποία μετριάζουν κάπως την «εθνικά ορθή» αγριότητα, αφήνοντας να διαφανούν αμφιβολίες, τύψεις ή ειρηνόφιλες σχετικοποιήσεις. 

   «Δεν είτανε σκληρό αυτό;», αναρωτιέται κάποια στιγμή αυτοκριτικά η Δέλτα, όταν ο Δικώνυμος της περιγράφει πώς, μαζί με κάποιον «αρχικομιτατζή», έκαψε ζωντανή ολόκληρη την οικογένεια που τον φιλοξενούσε στο χωριό Σφέτα Πέτκα (Αγ. Παρασκευή Φλώρινας). «Ισως δεν θάπρεπε να παραπονιώμαστε τόσο πολύ εμείς οι Ελληνες για τις σκληρότητες των Βουλγάρων Κομιτατζήδων και να τις περιγράφωμεν με τόσο μελανά χρώματα». Το ΙΜΧΑ εξαφάνισε, τόσο το ερώτημα όσο και την απολογητική απάντηση του καπετάνιου. Την ίδια τύχη είχε και η αποκαλυπτική αμηχανία του τελευταίου, όταν αφηγείται πώς έσφαξε τέσσερις Οθωμανούς προδότες παραβιάζοντας την μπέσα του.

   Το χαρακτηριστικότερο κρούσμα αυτής της κατηγορίας είναι η διαγραφή μιας από τις τελευταίες παραγράφους των απομνημονευμάτων του Μακρή. Αφορά τη συνάντηση, αμέσως μετά το τέλος του ένοπλου αγώνα, κομιτατζήδων και Μακεδονομάχων σε μια ταβέρνα των Βιτωλίων. Ο καπετάνιος φωνάζει τους μουσικούς και παραγγέλλει τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Στο άκουσμά του, «οι Βούλγαροι πετάχθηκαν και στάθηκαν προσοχή, βγάζοντας τα καπέλα τους». 

  Η σκηνή φαίνεται να επιβραβεύει, με καθαρά χολιγουντιανό τρόπο, τη μαγκιά των ημετέρων. Εντελώς διαφορετικά θα ήταν ωστόσο τα συναισθήματα του αναγνώστη, αν μπορούσε να διαβάσει και τη συνέχεια:

«Ο καπετάν Μακρής σταματάει μια στιγμή την διήγησή του με δυσκολόκρυφτη συγκίνηση και με κοιτάει στα μάτια. Τι νομίζεις ότι έπρεπε να κάνουμε εμείς τότε; με ρωτάει. Επρεπε να πούμε αμέσως στους μουσικούς να παίξουν το βουλγάρικο ύμνο και, αντίς γι' αυτό, κάμποσοι από τους δικούς μας σηκωθήκανε έτοιμοι να τους γιουχάρουνε τους Βουλγάρους. Είμαστε απολίτιστοι άνθρωποι, βάρβαροι. Ευτυχώς πρόλαβα και τράβηξα το ντουφέκι κι είπα να μη μιλήσει κανείς. Κι έτσι οι άνθρωποι σηκωθήκανε και φύγανε ήσυχοι».

 

ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

 


   Το μεγαλύτερο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία τη σχετική με το Μακεδονικό Αγώνα συνιστά, χωρίς αμφιβολία, η παντελής απουσία των κειμένων της απέναντι πλευράς. Ιδίως των πρωτογενών πηγών που μας άφησαν οι πρωταγωνιστές της, ημερολόγια και απομνημονεύματα των Βουλγάρων κομιτατζήδων, οι περισσότεροι των οποίων είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στη διαμφισβητούμενη Μακεδονία των Οθωμανικών χρόνων.

   Πώς σκέφτονταν και με ποια κριτήρια έδρασαν αυτοί οι άνθρωποι; Ποια ήταν η κοσμοαντίληψή τους, τα οράματά τους; Τι είδους εικόνα άφησαν οι μακεδονομάχοι, το «ελληνικό κόμμα» και οι Ελληνες γενικότερα στην αντίπερα όχθη; Το βιβλιογραφικό αυτό κενό, έναν ολόκληρο αιώνα μετά τα γεγονότα, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς την ταχύτητα με την οποία μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στη χώρα μας κείμενα Ιταλών και Γερμανών σχετικά με τον πόλεμο του 1940-41 ή την τριπλή κατοχή που ακολούθησε.

  Κι όμως, το σχετικό πρωτογενές υλικό κάθε άλλο παρά λείπει. Η συλλογή και η δημοσίευσή του προηγήθηκε, άλλωστε, της αντίστοιχης καταγραφής και έκδοσης των αναμνήσεων μακεδομάχων από την Πηνελόπη Δέλτα την δεκαετία του '30 και το ΙΜΧΑ την εξαετία 1957-63. Η πρώτη, κι απ' όσο γνωρίζουμε η σημαντικότερη, συλλογή τέτοιων απομνημονευμάτων έγινε από τον καθηγητή Λιούμπομιρ Μίλετιτς (1863-1937) το χειμώνα του 1903-04. Η αμείλικτη καταστολή της εξέγερσης του Ιλιντεν από τον οθωμανικό στρατό είχε σπρώξει τους περισσότερους από τους βοεβόδες της ΕΜΕΟ να εγκαταλείψουν τη Μακεδονία και να συγκεντρωθούν στη Σόφια, όπου επιδόθηκαν σε πολύμηνες διαβουλεύσεις για την παραπέρα πορεία του όλου εγχειρήματος.

 

   Στο περιθώριο αυτών των συνομιλιών, ο Μίλετιτς συνάντησε αρκετά στελέχη της οργάνωσης και τα έπεισε να του εξιστορήσουν τη ζωή τους: Παιδικά χρόνια και σπουδές, πρώτα πολιτικά ερεθίσματα, διαδικασία ένταξης στο επαναστατικό κίνημα και, φυσικά, όλη την πορεία τους από κει και πέρα. Ευτυχής συγκυρία, αν σκεφτούμε ότι οι περισσότεροι από τους αφηγητές δεν επρόκειτο να βγουν ζωντανοί από τις συγκρούσεις της επόμενης δεκαετίας.

  
Η έκδοση των παραπάνω μαρτυριών πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Μακεδονικό Επιστημονικό Ινστιτούτο της Σόφιας μεταξύ 1925 και 1931. Συνολικά εκδόθηκαν 11 τόμοι, με τα απομνημονεύματα 21 μικρών και μεγάλων στελεχών της ΕΜΕΟ. Ανάμεσά τους ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης όπως ο πρώτος πρόεδρός της, Χρήστο Τατάρτσεφ, ηγετικές μορφές των αντιμαχόμενων τάσεών της όπως οι Ντάμε Γκρούεφ, Γκιόρτσο Πετρώφ, Μπορίς Σαράφωφ, Ιβάν Γκαρβάνωφ, Γιάνε Σαντάνσκι και Χρήστο Τσερνοπέεφ, κλασικοί «τρομοκράτες» των αστικών κέντρων όπως ο μοναδικός επιζήσας των Σαλονικιών «βαρκάρηδων», Πάβελ Σάτεφ αλλά και απλοί καπετάνιοι, όπως οι Σλαβέικο Αρσωφ, Πάντο Κλιάσεφ, Ιβάν Ποπώφ, Γκέοργκι Ποπαχρήστωφ, Ανγκέλ Αντρέεφ, Σάβα Μιχαήλωφ κ.ά.  Ανάμεσά τους κι ένας ελάσσων οπλαρχηγός από το Μελένικο, ο Ιβάν Αναστάσωφ, που έφερε το περίεργο παρατσούκλι «το ελληνόπουλο».

   Τα περισσότερα απ' αυτά τα απομνημονεύματα καταγράφτηκαν το 1903-04 και ως εκ τούτου, δεν έχουν προλάβει να συμπεριλάβουν στην αφήγησή τους την εμφάνιση των μακεδονομάχων και τη μετατροπή του επαναστατικού πολέμου σε εμφύλιο. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τις λιγοστές καταγραφές που πραγματοποιήθηκαν σε μεταγενέστερα χρόνια.

  
Οι εξαιρετικά σύντομες αναμνήσεις του Τατάρτσεφ (1917) για την πρώτη Κεντρική Επιτροπή της ΕΜΕΟ, σταματάνε λ.χ. μόλις στο 1896. Το ενδιαφέρον τους εστιάζεται κυρίως στους ισχυρισμούς του αφηγητή για το βουλγαρικό χαρακτήρα της διεκδικούμενης αυτονομίας, στην αντιφατική με τα προηγούμενα περιγραφή των εμπειριών του από την πολυεθνική Ελβετία ως πηγή έμπνευσης του οράματος μιας ομοσπονδιακής αυτόνομης Μακεδονίας και, τέλος, στη ζωντανή εξιστόρηση των αντιδράσεων που προκάλεσε και στα δύο εθνικά στρατόπεδα ο επεισοδιακός γάμος του με τη Σοφία Λογοθέτη, θυγατέρα του εκλιπόντος πρώην Ελληνα γενικού προξένου στη Θεσσαλονίκη.

   Αλλά και τα πολυσέλιδα απομνημονεύματα του Γκιόρτσο Πετρώφ, που υπαγορεύτηκαν το 1908, ασχολούνται κυρίως με τα εσωτερικά της ΕΜΕΟ και τις τριβές ανάμεσα στην οργάνωση, τη βουλγαρική Εξαρχία της Κων/λης και την κυβέρνηση της Σόφιας. Σταματάνε δε κάπως απότομα στο καλοκαίρι του 1904, λίγο πριν εκδηλωθεί δημόσια η εσωτερική κρίση και διάσπαση των κομιτατζήδων σε δεξιούς βουλγαρόφιλους κι αριστερούς αυτονομιστές. Δυστυχώς, το προσωπικό αρχείο του Μίλετιτς καταστράφηκε από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κι έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτή η περίεργη διακοπή υπήρξε το προϊόν κάποιας διαβολικής σύμπτωσης ή αντιθέτως, το αποτέλεσμα μιας καθαρά λογοκριτικής παρέμβασης, από αυτές που τόσο συνηθίζονται στη σχετική βαλκανική βιβλιογραφία.

  
Τα δημοσιευμένα απομνημονεύματα των Βουλγάρων δεν περιορίζονται, ωστόσο, στις παραπάνω συλλογές. Πολλοί από τους επιζήσαντες άφησαν επίσης τη δική τους μαρτυρία για τα γεγονότα της εποχής. Ορισμένοι, όπως ο Δυτικομακεδόνας Γκέοργκι Ποπακρίστωφ, ολοκλήρωσαν την ημιτελή εξιστόρηση που έκαναν στον Μίλετιτς, συμπεριλαμβάνοντας στις αναμνήσεις τους και τον καθεαυτό Μακεδονικό Αγώνα με τις ελληνικές ανταρτοομάδες.

 

   Εκτός από τα συνήθη προβλήματα των απομνημονευμάτων (επιλεκτική μνήμη, άκρατος υποκειμενισμός, αναπαραγωγή μεταγενέστερων στερεοτύπων) οι αφηγήσεις αυτές φέρουν  έντονα τα σημάδια των κατακλυσμιαίων αλλαγών που προέκυψαν στο μεσοδιάστημα, τόσο στο καθαρά πολιτικό πεδίο (ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος κι αντιφασιστική Αντίσταση, συνεργασία της ακροδεξιάς πτέρυγας της ΕΜΕΟ με τον Αξονα, υπαγωγή της Βουλγαρίας στο σοβιετικό μπλοκ) όσο και στο εθνικό (ολοκλήρωση της σλαβομακεδονικής εθνογένεσης, παλινδρομίες της βουλγαρικής πολιτικής στο ζήτημα).

  Μολονότι δεν συνιστά «απομνημονεύματα» με την κλασική έννοια του όρου, αξίζει να αναφερθεί εδώ η εξιστόρηση της περιόδου 1893-1908 από τον παλιό κομιτατζή Χρήστο Σιλιάνωφ. Ο πρώτος τόμος της (1933) καλύπτει τα γεγονότα μέχρι και την εξέγερση του Ιλιντεν, ενώ ο δεύτερος (1943) καταπιάνεται με την πενταετία που ακολούθησε.

 

   Ο ίδιος συγγραφέας μάς έχει αφήσει επίσης μια καθαρά προσωπική και έντονα λογοτεχνίζουσα αφήγηση της αντάρτικης ζωής του στα βουνά της Φλώρινας και της Καστοριάς το 1901-02 (Γραπτά κι εξομολογήσεις ενός συμμορίτη, Σόφια, 1927). Οι αναμνήσεις του εκτίθενται με τη μορφή ημερολογίου και διαπνέονται από ένα έντονα ρομαντικό εθνικιστικό ύφος. Η σύγκρισή τους με το έντονα αντιπολεμικό (αν και εξίσου φρονηματιστικό) πνεύμα των απομνημονευμάτων του Γεωργίου Μόδη, που κυκλοφόρησαν την ίδια περίπου εποχή («Στα μακεδονικά βουνά», Θεσ/νίκη, 1930), είναι  αρκετά αποκαλυπτική.

   Εντελώς διαφορετικής τάξης, εξίσου όμως σημαντικά, είναι τα απομνημονεύματα του Ντίμιταρ Βλάχωφ, που εκδόθηκαν το 1970 στα Σκόπια. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με παλιό οπλαρχηγό αλλά με πολιτικό στέλεχος της αριστερής πτέρυγας της ΕΜΕΟ και βουλευτή το 1908-12 στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, που έμελλε αργότερα να εξελιχθεί σε πρωτοκλασάτο στέλεχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς και ιδρυτική μορφή της τιτοϊκής Λαϊκής Δημοκρατίας  Μακεδονίας .

 

   Η προσπάθεια να μιλήσει για όλα αυτά ταυτόχρονα, κάτω πάντοτε από το φως των κατοπινών εξελίξεων, οδηγεί τον αφηγητή στον τονισμό μιας σειράς από ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, οι οποίες συνήθως περνούσαν απαρατήρητες ή υποβαθμίζονταν συνειδητά στις παλιότερες αφηγήσεις (είτε πρόκειται για τις σοσιαλιστικές διασυνδέσεις των ηγετών της ΕΜΕΟ είτε για την αντιπαλότητα των γηγενών εξαρχικών δασκάλων με τους εκ Βουλγαρίας συναδέλφους τους). Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για πρωτογενή πηγή απείρως πιο ενδιαφέρουσα από τις συνεκτικές εκλαϊκευτικές αφηγήσεις που επικράτησαν στην Δημοκρατία Μακεδονίας και τη σλαβομακεδονική διασπορά στις επόμενες δεκαετίες.

   Συμπληρωματικές προς τα παραπάνω θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι αναμνήσεις απλών κομιτατζήδων που εκδόθηκαν μεταπολεμικά στα Σκόπια, με κεντρικό αντικείμενο τη συμμετοχή των αφηγητών στην εξέγερση του Ιλιντεν. Μολονότι συνδεδεμένες με την επίσημη διαδικασία αναγνώρισης των παλιών πολεμιστών, και ως εκ τούτου σαφώς ευθυγραμμισμένες με την αντίστοιχη επίσημη ιστοριογραφία, λειτουργούν εξισορροπητικά προς το βουλγαρικό εθνικισμό των παλιότερων εκδόσεων, φωτίζοντας κάποιες άλλες πλευρές της ίδιας ιστορίας.

   Πολύ πιο σημαντική πηγή αποτελούν, φυσικά, τα ημερολόγια οπλαρχηγών ή απλών μαχητών, τα οποία γράφτηκαν ταυτόχρονα με τα γεγονότα και όπου αποτυπώνονται με πολύ μεγαλύτερη αυθεντικότητα τα διλήμματα και το κλίμα των ημερών. Ενα περιορισμένο δείγμα τέτοιων υλικών κυκλοφόρησε το 1984 στη Βουλγαρία, ως καθυστερημένη συμβολή στην 80ή επέτειο του Ιλιντεν. Μετά την πολιτική αλλαγή του 1989, αυτού του είδους τα εκδοτικά εγχειρήματα πολλαπλασιάστηκαν, με πρωτοβουλία συνήθως μικρών εθνικιστικών οίκων.

 

    Η πιο ενδιαφέρουσα κίνηση, για το ελληνικό ιδίως κοινό, ήταν η έκδοση του ημερολογίου του αρχικομιτατζή της Καστοριάς Βασίλ Τσακαλάρωφ, το 2001. Οι καθημερινές εγγραφές του καλύπτουν το κρίσιμο διάστημα μιας ολόκληρης διετίας (3.7.1901-30.8.1903), εμπλουτίζοντας και συχνά τροποποιώντας την εικόνα μας για πρόσωπα και πράγματα. Η βιογραφία του «πρώτου μακεδονομάχου», καπετάν Κώττα, θα πρέπει λ.χ. να ξαναγραφτεί σε μεγάλο βαθμό.

 

   Δυστυχώς, το δημοσιευμένο κείμενο παρουσιάζει σημαντικές περικοπές σε κρίσιμες φάσεις της τοπικής μικροϊστορίας, τις οποίες γνωρίζουμε από άλλες πηγές όπως η δημόσια αντιπαράθεση σεντραλιστών και βερχοβιστών μπροστά στους οργανωμένους χωρικούς, το Σεπτέμβριο του 1902. Σύμφωνα με την επίσημη εξήγηση, οι επίμαχες σελίδες απλώς απουσιάζουν από το δακτυλογραφημένο αντίγραφο που προοριζόταν να εκδοθεί το 1947, αλλά έμεινε στο συρτάρι λόγω του κλεισίματος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου από το κομμουνιστικό καθεστώς.

 

  Από την άλλη, ως παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται σε βουλγαρική μετάφραση τα απομνημονεύματα του Ελληνα μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη, με την περιγραφή των ίδιων γεγονότων από τη δική του σκοπιά. Οπως σημειώνουν οι επιμελητές της έκδοσης, είναι η πρώτη φορά που παρόμοιο κείμενο κυκλοφορεί στη γειτονική μας χώρα.

 
Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί και στην Ελλάδα κάποιος εκδότης με ανάλογο θάρρος, για να σπάσει το αντίστοιχο δικό μας ταμπού.

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΙΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

   Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας χαρακτηρίζεται η περίοδος εκείνη που στην ελληνική εθνική ιστορία είναι γνωστή ως Μακεδονικός αγώνας. Πρόκειται για ένα σημαντικό κεφάλαιο της νεότερης Βαλκανικής ιστορίας, που η ελληνική ιστοριογραφία το έχει παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να καθιστά αγνώριστη την ιστορική αλήθεια, κατασκευάζοντας ένα εξ ολοκλήρου μυθικό αφήγημα, δομημένο σε διάφορα ψεύδη, διαγράφοντας σχεδόν τα ιστορικά γεγονότα

   Οι ελληνικές μισθοφορικές συμμορίες, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, έσφαξαν, βίασαν και πλιατσικολόγησαν. ΄Εσπειραν τη φρίκη και το θάνατο στα μακεδόνικα χωριά και προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να εμποδίσουν την ανάπτυξη της εθνικής  ιδεολογίας και τον δημοκρατικό  αυτονομιστικό αγώνα των Βουλγαρομακεδόνων.

   Φυλλομετρώντας τη σχετική εθνικιστική ελληνική βιβλιογραφία, βρίσκουμε έναν χαρακτηριστικό εκλαϊκευτικό ορισμό του λεγόμενου μακεδονικού αγώνα, στο βιβλίο του Παύλου Τσάμη:

  “Ο Μακεδονικός Αγών αποτελεί λαμπρή σελίδα της ιστορίας του ΄Εθνους, άγνωστη ακόμα στο πολύ κοινό, μολονότι πραγματεύεται μία από τις πιο δοξασμένες και μεγαλόπνοες προσπάθειες, που κατέβαλε η ελληνική φυλή. Ο αγώνας αυτός μπορεί να θεωρηθή σαν δεύτερος σημαντικός σταθμός στην εθνική ζωή, ύστερα από το 1821. Φαντάζει σαν μια φωτιά που, καίγοντας και φωτίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη την Μακεδονία, στάθηκε ικανή να την κρατήση ελληνική. Ο Μακεδονικός Αγών έχει να επιδείξη αφάνταστες αυτοθυσίες και απαράμιλλους ηρωισμούς, σημειώνει δε μία περίοδο ανατάσεως του ΄Εθνους”

   Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται και το σχετικό απόσπασμα ενός εθνικιστή ιστορικού, του Απόστολου Βακαλόπουλου:

“Η θέση των Μακεδονομάχων, που με το αίμα τους στοίχειωσαν τη χώρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι στο πλάγι των αγωνιστών του 1821. Αν εκείνοι ανέστησαν το ελληνικό κράτος, αυτοί ανανέωσαν τους ηρωισμούς των και συμπλήρωσαν το έργο εκείνων. Πραγματικά ο ιστορικός που θεωρεί τα γεγονότα της εκατονταετίας 1821-1921 ξεχωρίζει τρεις μεγάλους σταθμούς: την επανάσταση του 1821, τον Μακεδονικόν αγώνα (τέλη 19ου - αρχές 20ού αι.) και την εξόρμηση του 19111112-1913. Ο δεύτερος σταθμός που φτάνει στην ύψιστή του ακμή στα 1904 - 1908, γιατί τότε συστηματοποιείται και κορυφώνεται ο Μακεδονικός αγώνας, είναι συνεχής και έντονος, πλούσιος σε ηρωικές θυσίες, αλλά και σε επιτεύγματα.”

   Για μια θεωρούμενη τόσο σημαντική εθνικά ιστορική περίοδο, έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία η γνώμη ενός κορυφαίου ηγέτη του ελληνικού πολιτικού συστήματος, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος δίνει τον εξής χαρακτηρισμό για τον  Μακεδονικό αγώνα :

 “Μία από τις λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας του ΄Εθνους: τον αιματηρό και πολύπλευρο αγώνα του Μακεδονικού Ελληνισμού για να διασφαλίσει την εθνική του ταυτότητα και να αποκτήσει την ανεξαρτησία του”

   Γιά τους  εθνικιστές μακεδονικός αγώνας θεωρείται ο "ηρωικός" αγώνας των "Ελλήνων της Μακεδονίας κατά το διάστημα 1904-1908, για τη διατήρηση της εθνικής τους ταυτότητας και την ανεξαρτησία τους. ΄Ενας αγώνας που κατά την εθνική τους άποψη πρέπει να θεωρείται ο δεύτερος σημαντικός σταθμός μετά την επανάσταση του 21.

   Αυτός ωστόσο ο “ηρωικός αγώνας” υπάρχει μόνο στα βιβλία των ελλήνων ιστορικών. Εκείνο που συνέβη στην πραγματικότητα, μόνο αισθήματα ντροπής και θλίψης μπορεί να γεμίσει την πλειοψηφία των νεοελλήνων πολιτών.

   Ο ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας, όπως πρέπει να λέγεται, είναι η συστηματική προσπάθεια που κατέβαλε το ελληνικό κράτος στις αρχές του αιώνα, για να χτυπήσει το εθνικό - δημοκρατικό αυτονομιστικό κίνημα των γηγενών Βουλγαρομακεδόνων.

   Στον αγώνα αυτόν, το ελληνικό κράτος και εθνικιστικό παρακράτος, συμμάχησε με το οθωμανικό κατεστημένο της εποχής. Λεφτά και όπλα διατέθησαν άφθονα, για τη συγκρότηση και αποστολή συμμοριών σε μη κατοικούμενα από ¨Ελληνες μακεδονικά εδάφη, για να τρομοκρατήσουν τον εντόπιο Βουλγαρικό πληθυσμό και να ανακόψουν τη διαδικασία της ένωσης με την Βουλγαρία.

ΒΙΝΤΕΟ

Ο Ελληνικός αντι-Μακεδονικός αγώνας      Greek anti-Macedonian struggle

Σχετικοί δεσμοί

H σκοτεινή πλευρά της Ελληνικής ιστορίας

Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας: Το ημερολόγιο των φρικαλεοτήτων

Η δολοφονία του Βούλγαρου αρχιμανδρίτη Θεσσαλονίκης Ευλόγιου

1923: Η σφαγή στο Τάρλις

Καπετάν Αγρας: Ποιοί τον κρέμασαν;

Ωμότητες ελλήνων κατά Βουλγάρων στην μάχη Κιλκίς

Η σφαγή στην Ζαγορίτσανη

Γερμανός Καραβαγγέλης: Κυνηγός Βουλγαρικών κεφαλών με θεία εντολή

Παύλος Μελάς: Η σφαίρα που τον σκότωσε ήταν Ελληνική

Ιων Δραγούμης: Εθνοκήρυκας αντιβουλγαρισμού

1925: Η στρατιωτική εισβολή της Ελλάδας στην Βουλγαρία

Η σκοτεινή πλευρά της Ελληνικής ιστορίας  Click  below

 

       © Copyright 2002-2008    www.bulgarmak.org